κλινίς

κλινίς
κλινίς, -ίδος, ἡ (Α)
1. κλινάριον*
2. (κατά τον Πολυδ., τον Ησύχ. και τον Φώτ.) το κάθισμα τής άμαξας στο οποίο καθόταν η νύφη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κλίνη + υποκορ. κατάλ. -ίς / -ίδος (πρβλ. δεσμ-ίς, στομ-ίς)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • κλινίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλινίδα — κλινίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλινίδες — κλινίς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλινίδος — κλινίς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλινίσιν — κλινίς fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CAMAE seu potius CAMEUNAE — CAMAE, seu potius CAMEUNAE Graecis dictae sunt strata humilia et lectuli humo propiores, quod homines veluti καμαὶ humi iacerent. Hesych. χαμεύνη ςτιβὰς, καὶ ἡ ταπεινὴ κλινὶς: καὶ χαμεύνης ὁ χαμὰι κοιμώμενος, Chameuna torus est et Humilis lectus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • STIBADIUM — Graece Στιβάδιον, torulus fuit e gramine, herbis frondibus seu floribus stipatus, a ςτείβω, Hesych. Στιβὰς ἀπὸ ῥάβδων καὶ χλωρῶν χόρτων ςτρῶσις καὶ φύλλων, ἢ Χαμαικοίτη, Stratum e frondibus, viridique gramine, ac foliis constructum et lectus humi …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”